ΤΕΥΧΟΣ 88

Άνοιξη 2004


Πρόλογος

Στο τεύχος αυτό επιχειρούμε μια προσέγγιση ενός σύνθετου και ακανθώδους προβλήματος, που χωρίς αμφιβολία έχει απασχολήσει κάθε χριστιανική συνείδηση. Η Οικουμενική κίνηση βρίσκεται στην αιχμή κάθε διεργασίας, γνωστής ή άγνωστης, που γίνεται στα εκκλησιαστικά πράγματα εδώ και πολλές δεκαετίες. Αν και στο παρελθόν καταγράψαμε σποραδικές εκτιμήσεις σχετικά με αυτό το θέμα, μέσα από μια πιο ιδιαίτερη σκοπιά, στο τεύχος αυτό παραθέτουμε ένα ευρύτερο φάσμα απόψεων, που μπορούν να δώσουν μια πιο σοβαρή αφορμή για σκέψη και μελέτη του θέματος. Παραθέτουμε σε μετάφραση δύο ιστορικά κείμενα του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ενός από τους γνωστότερους ορθόδοξους θεολόγους του εικοστού αιώνα, που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην απαρχή της οικουμενικής κινήσεως και του οποίου η σκέψη σχετικά με το θέμα έχει βαρύνουσα σημασία και σήμερα. Τα δύο κείμενα θα πρέπει να διαβαστούν σαν μία ενότητα, ώστε να αναδειχτούν οι λεπτές ισορροπίες στη σκέψη αυτού του τολμηρού θεολόγου.

Ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς καταθέτει έναν σύντομο προβληματισμό του με ένα κείμενο-εισήγηση στο «Dire l'uomo» του M. Rupnik, στη Ρώμη τον Δεκέμβριο του 1996. Όπως είναι γνωστό, ο Χρήστος Γιανναράς έχει γράψει εκτενώς πάνω σ' αυτό το θέμα στο βιβλίο του «Η Αλήθεια και η Ενότητα της Εκκλησίας», το οποίο αποτελεί κλασική βιβλιογραφική αναφορά πάνω στο ζήτημα της Ενότητας. Επίσης, έχει συνεισφέρει τα μέγιστα στη μελέτη της ορθόδοξης παράδοσης σε αναφορά με τις επιρροές της Δύσης, στο βιβλίο του «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεότερη Ελλάδα».

Τέλος, ο Ιωάννης Καλόμοιρος παραθέτει μερικές σκέψεις, σχετικά με τη θεολογική βάση και με ορισμένα αποτελέσματα της οικουμενικής κίνησης, κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Το παρόν τεύχος προτίθεται να ανακινήσει έναν προβληματισμό πάνω στις προϋποθέσεις και διαδικασίες της οικουμενικής κίνησης. Είναι συχνό το φαινόμενο κατά το οποίο εμφανίζεται μία κριτική εκ των υστέρων πάνω σε ορισμένα αποτελέσματα, όμως ίσως είναι εξίσου σημαντικό να υπάρχει μία γενικότερη κινητικότητα που να δημιουργεί μία ευρύτερη δυναμική, ένα κριτικό, θεολογικό φίλτρο από το ευρύτερο εκκλησιαστικό σώμα, από αυτούς που συμμετέχουν, αλλά και από αυτούς που δεν συμμετέχουν άμεσα στις οικουμενικές διαδικασίες. Μια τέτοια συνεισφορά είναι απαραίτητη για τη δημιουργία του ιστορικού προσανατολισμού που επικαλείται και ο μακαριστός π. Γ. Φλωρόφσκυ.

 

 

Η τραγωδία των Χριστιανικών διαιρέσεων

του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

Κανείς Χριστιανός δεν μπορεί ν' αγνοεί το γεγονός των χριστιανικών διαιρέσεων. Και κανείς δεν μπορεί ν' αρνηθεί την ανάγκη για μία χριστιανική επανένωση. Δεν υπάρχει παρά Μία Εκκλησία, όπως δεν υπάρχει παρά Ένας Κύριος, Ιησούς Χριστός και μία μοναδική ελπίδα αιωνίου Ζωής εν Αυτώ και δι' Αυτού. Κι όμως, οι Χριστιανοί είναι διαιρεμένοι. Ο Χριστιανικός κόσμος βρίσκεται σε σχίσμα. Η Χριστιανοσύνη είναι διχασμένη σε ανταγωνιστικά στρατόπεδα. Στην πραγματικότητα, οι Χριστιανοί εμμένουν στην προσκόλλησή τους σε διαφορετικούς «κόσμους», που γι' αυτούς αποτελούν τις μόνες πραγματικές σφαίρες σκέψης και δράσης. Και μόνο με πίεση και με απροθυμία ξεπερνούν ενίοτε αυτά τα όρια.

Το ζήτημα της επικοινωνίας των «διαιρεμένων Χριστιανών» είναι ένα πραγματικό πρόβλημα, ιδιαίτερα πολύπλοκο και σύνθετο. Ανάμεσά τους φαίνεται να μήν ισχύουν κοινά σημεία αναφοράς, και είναι πιθανόν ότι δεν υπάρχει κοινός «τόπος συνάντησης». Δεν συμμερίζονται «κοινό νού». Στην πραγματικότητα υπάρχει ποικιλία νοοτροπιών. Και κάθε «οικουμενική συζήτηση» καταλήγει, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε αντιπαράθεση. Λείπει η κοινή «Χριστιανική γλώσσα», που θα μπορούσε ευσυνείδητα και απροσποίητα να χρησιμοποιείται από όλους. Ακόμα και η χρήση της Αγιογραφικής ορολογίας στους οικουμενικούς διαλόγους συχνά αποδεικνύεται ιδιαίτερα διφορούμενη και ουτοπική. Ανάμεσα σε πολλούς κύκλους υπάρχει μία ισχυρή αντίσταση στη χρήση αυτής της γλώσσας που χαρακτηρίζεται ως αρχαϊκό ιδίωμα και, όπως ισχυρίζονται, αποτυγχάνει να μεταφέρει με ακρίβεια οποιοδήποτε νόημα στον «σύγχρονο άνθρωπο». Χριστιανοί διαφορετικών δογμάτων συναντώνται συχνά ως ξένοι και άγνωστοι μεταξύ τους. Μπορεί ο χρόνος που το σύγχρονο Οικουμενικό Κίνημα έχει εν τω μεταξύ διανύσει να βελτίωσε κάπως την κατάσταση, αλλά όχι σε ικανοποιητικό βαθμό. Γιατί, σε κάθε περίπτωση, το ίδιο το Κίνημα εν τη γενέσει του, περιορίστηκε μάλλον σε μία προωθημένη μειονότητα Εκκλησιών. Και επίσης, έγινε συχνά αντιληπτό ακριβώς ως συμμαχία των μη Ρωμαιοκαθολικών εκκλησιών, παραμερίζοντας ένα από τα μεγαλύτερα μέρη της διαιρεμένης Χριστιανοσύνης. Έτσι, οι εκκλησίες παραμένουν σε διαίρεση.

Το θέμα της συζήτησης στη Συνέλευση του Evanston ήταν: Η ενότητά μας εν Χριστώ και η διαίρεσή μας ως Εκκλησιών. Ποιο είναι άραγε το αληθινό νόημα της φράσης; Οι Χριστιανοί φέρονται να είναι ενωμένοι εν Χριστώ, κι όμως διαιρεμένοι ως «εκκλησίες». Αλήθεια, η φράση θα μπορούσε να έχει μια σειρά διαφορετικών ερμηνειών.

Καταρχήν μπορεί να σημαίνει ότι τους Χριστιανούς τους ενώνει ο Χριστός με την σωτηριώδη του αγάπη, από την οποία δεν εξαιρείται κανένα ανθρώπινο πλάσμα, αφού ο Χριστός πέθανε για κάθε άνθρωπο και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο Χριστός Ιησούς είναι ο Κύριος των όλων, της σύμπασας κτίσης, και η εξουσία του περικλείει τόσο τον ουρανό όσο και τη γή. Αυτή, βέβαια, είναι η προφανής διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. Ωστόσο κι αυτό επίσης υπογραμμίζεται με καθαρότητα στο Αποστολικό κήρυγμα- το έργο της Θείας Οικονομίας παρακωλύεται ή ματαιώνεται από την ανθρώπινη ισχυρογνωμοσύνη και τυφλότητα, από την αποτυχία του ανθρώπου να ανταποκριθεί στην κλήση του. Το θέλημα του Θεού δεν έχει πληρωθεί στη γή, όπως συνέβη στον ουρανό.

Μία δεύτερη ερμηνεία της ίδιας φράσης μπορεί να εισηγείται ότι οι Χριστιανοί είναι στην πραγματικότητα ενωμένοι κάτω από την κοινή τους υπακοή και πίστη στον ίδιο Κύριο. Οπωσδήποτε, αυτός ο σύνδεσμος της κοινής υποταγής είναι ιδιαίτερα πραγματικός και γνήσιος, και θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι πρόκειται για έναν υπερφυή σύνδεσμο, αφού κανένας άνθρωπος δεν ομολογεί Κύριο τον Ιησού, παρά μόνο διά του Αγίου Πνεύματος. Θα πρέπει με ευγνωμοσύνη να αποδεχόμαστε αυτόν τον «συνεκτικό κρίκο της ειρήνης», αυτήν την κοινωνία της ελπίδας και της υπακοής, χωρίς την οποία η αναζήτηση της οικουμενικής κοινότητας θα ήταν αδύνατη. Παρ' όλα αυτά, ακόμη κι αυτός ο πολύ ισχυρός δεσμός ερμηνεύεται και κατανοείται με τέτοια αμφισημία και ποικιλότητα από τους «διαιρεμένους Χριστιανούς», ώστε να μήν αποτελεί ένα ικανοποιητικό υπόβαθρο για την ενότητα «των εκκλησιών». Αν και οι Χριστιανοί ενίοτε εμφανίζονται πρόθυμοι και έτοιμοι να «παραμείνουν ενωμένοι», με ευσπλαχνία και αγάπη, ανακαλύπτουν συχνά ότι έχουν εγκλωβιστεί σε μια δαιδαλώδη κατάσταση ευσυνείδητης διχογνωμίας. Παρά την κοινή τους πίστη και την αδελφική τους αγάπη, αλλά και το κοινό υπόβαθρο στο οποίο όλοι οι Χριστιανοί μετέχουν μέσα από το Ευαγγέλιο του Χριστού και τη διδασκαλία των Αποστόλων, παραμένουν σε αδυναμία να προχωρήσουν, ειλικρινά και με πεποίθηση, σε μία κοινή διακήρυξη της πίστεως.

Η τρίτη εκδοχή ερμηνείας και η πιο εύλογη, είναι πιθανόν να διατείνεται ότι «η διαίρεσή μας ως εκκλησιών» δεν είναι παρά μία έκφραση της αδυναμίας μας να φανερώσουμε και να ενσωματώσουμε αυτή την σαφώς σπουδαιότερη και ουσιαστικότερη ενότητα «εν Χριστώ», που έχει ήδη επιτελεστεί ή μάλλον μας έχει παραχωρηθεί. Με άλλα λόγια, η φράση θα μπορούσε να υποστηρίζει ότι υπάρχει ήδη ένα είδος απόλυτης Ενότητας ανάμεσα στους Χριστιανούς που διαπερνά τα υπάρχοντα δογματικά και θεσμοποιημένα εμπόδια και ότι αυτή ακριβώς η Ενότητα είναι η αληθινή πραγματικότητα, ενώ ο διχασμός των «εκκλησιών» αφορά αποκλειστικά στην αστοχία των ανθρώπινων προσπαθειών. Μία τέτοια εξήγηση, οπωσδήποτε υποδηλώνει μία πολύ ιδιαίτερη κατανόηση της Εκκλησίας. Και είναι σ' αυτό το σημείο που λείπει οποιαδήποτε συμφωνία ανάμεσα στους διαιρεμένους Χριστιανούς, ή τουλάχιστον δεν υφίσταται προς το παρόν κάποια συναίνεση ή μάλλον είναι αυτό το θέμα που αποτελεί αιχμή διαφωνίας ανάμεσα στις διαφορετικές τάσεις ή τα μέρη της διαιρεμένης Χριστιανοσύνης.

Όταν οι Χριστιανοί διαφορετικών παραδόσεων συναντώνται σ' ένα «οικουμενικό περιβάλλον», όπως για παράδειγμα αυτό του Άμστερνταμ του 1948, βρίσκονται πάντοτε αντιμέτωποι με το γεγονός της «διαφωνίας των συνειδήσεων» σε πολλά σημεία, παρά την ειλικρινή τους επιθυμία «να παραμείνουν σε συμφωνία», δηλαδή να επανακτήσουν την ενότητα. Το μεγαλύτερο πιθανόν κατόρθωμα του σύγχρονου Οικουμενικού Κινήματος έγκειται στη θαρραλέα παραδοχή ότι «πράγματι υπάρχει τεράστια διαφωνία», μία βαθύτατη διαφοροποίηση (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Άμστερνταμ) που δεν είναι δυνατόν να εξορκισθεί με οποιαδήποτε έκκληση στη φιλανθρωπία ή την ανοχή. Θα πρέπει να δούμε αυτή την υπαρκτή ένταση ή απόκλιση στους κόλπους της Χριστιανοσύνης με απόλυτη σοβαρότητα. Θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι ο ένας προς τον άλλον: υπάρχει διαφορά, υπάρχει διαφωνία.

Εδώ τώρα είναι ακριβώς το σημείο όπου κανείς μπορεί να προτείνει μία ένσταση, που ούτως ή άλλως έχει ήδη εγερθεί: Είναι αυτή η «διαφωνία» πραγματικά σε ισχύ; Μήπως πρόκειται για μία πλάνη του αυτο-δικαίωτου ανθρώπου; Μήπως δεν είναι παρά μία πεισματική απόφαση για συνέχιση της πορείας προς το απαρχαιωμένο και πεπερασμένο παρελθόν; Στην πραγματικότητα, έχει προταθεί περισσότερες από μία φορές ότι όλες οι Χριστιανικές διαιρέσεις όχι μόνο τώρα αλλά πάντοτε- δεν είναι παρά ανθρώπινες παρεξηγήσεις που δημιουργήθηκαν εν τέλει από έλλειψη ευμενούς αντίληψης, από στενότητα νού και καρδιάς, από συγκεκριμένες αθεράπευτες προκαταλήψεις που κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και τέλος από αντιζηλία και έπαρση. Υποστηρίζεται, μερικές φορές, ότι σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει πραγματική αιτία που οι Χριστιανοί παραμένουν σε διαίρεση και ότι όλα τα υποτιθέμενα επιχειρήματα είναι μάλλον άσχετα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό, οι Χριστιανοί απλά αρνούνται με πείσμα να αναγνωρίσουν και να ομολογήσουν ότι στην πραγματικότητα είναι «ωσί έν» σε όλα τα θεμελιώδη θέματα, και σκόπιμα μεγαλοποιούν τα σημεία της διαφωνίας τους.

Είναι φανερό αλήθεια ότι η ανθρώπινη ισχυρογνωμοσύνη και αδυναμία ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την τραγωδία της Χριστιανικής διάσπασης. Σε συγκεκριμένες περιστάσεις, οι Χριστιανικές διαιρέσεις υποκινήθηκαν κυρίως από ανθρώπινα πάθη. Ωστόσο, θα αποτελούσε μεγάλη παρωδία της Χριστιανικής ιστορίας, εάν αγνοούσαμε το γεγονός ότι σε πλήθος άλλων περιπτώσεων η διαίρεση ήταν αποτέλεσμα της πιστής υπακοής στην Αλήθεια, όπως ο άνθρωπος την προσέλαβε, ή αλλιώς, προήλθε από μία ευσυνείδητη αντίσταση σ' αυτό που κατανοήθηκε ειλικρινώς ως επικίνδυνο σφάλμα, έστω κι αν αυτή η κατανόηση ενίοτε μεγαλοποιήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, μία ακατέργαστη έκκληση για «ενότητα», απλή και ξεκάθαρη, δεν μπορεί να βρεί ανταπόκριση ανάμεσα στους χριστιανούς που χωρίστηκαν μεταξύ τους στη βάση της Χριστιανικής τους συνείδησης και της υπακοής στην πίστη «που παραδόθηκε στους αγίους». Είναι απλώς άδικο να εντοπίζουμε όλες τις διαφορές και τις διαφωνίες σε διάφορους «μη θεολογικούς παράγοντες», όπως συχνά ονομάζονται πλέον, ή σε συγκεκριμένες κοινωνικής φύσεως αιτίες, όσο κι αν υπήρξαν βαρύνουσες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Το πραγματικό κεντρί της Χριστιανικής τραγωδίας βρίσκεται στο γεγονός ότι σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο πολλές από τις διαιρέσεις επιβλήθηκαν ακριβώς από μία πιστότητα στον Χριστό και έναν ειλικρινή ζήλο για την αληθινή πίστη. Είναι ακριβώς στο όνομα της αληθινής Αποστολικής διδασκαλίας και της γνήσιας Αγιότητας της ζωής, που πολλές Χριστιανικές ομάδες ή εκκλησίες επιμένουν στον αμοιβαίο τους διαχωρισμό ακόμα και σήμερα- έστω κι αν έχουν αναζωπυρώσει το πνεύμα της φιλάνθρωπης διάθεσης και πρόθυμα ανέλαβαν ο καθένας τα βάρη του άλλου. Μ' έναν τραγικό τρόπο, σε πολλές περιπτώσεις η «διαίρεση» ή το «σχίσμα» φαίνεται να είναι το απαιτούμενο της Χριστιανικής πίστης και συνείδησης. Στις οικουμενικές μας συζητήσεις έχουμε φθάσει σ' ένα επίπεδο όπου γίνεται όλο και πιο δύσκολο να μιλήσουμε με κοινό τρόπο, ή να προβούμε σε ομόφωνες δηλώσεις, ή να συμπλεύσουμε σε ομοειδής ενέργειες. Όλοι θα συμφωνούσαν ότι η Ενότητα της Εκκλησίας είναι η βούληση και η πρόθεση του Θεού και όλοι γνωρίζουν το επικείμενο καθήκον μας να ανακτήσουμε τη χαμένη ενότητα. Αλλά, εδώ είναι που επανεμφανίζεται η βαθύτατη διαφοροποίηση των πεποιθήσεων. Όλοι θα συμφωνούσαν ότι η Εκκλησία του Χριστού απλά δεν είναι δυνατόν να διαιρεθεί, καθώς ο ίδιος ο Χριστός ουδέποτε μεμέρισται. Αλλά τότε ποιο είναι εν τέλει το νόημα της Χριστιανικής διαίρεσης, αφού η διαίρεση υφίσταται;

Για πολλούς Χριστιανούς, η παρούσα κατάσταση διάσπασης, δηλαδή η έλλειψη ενότητας των εκκλησιών, στηρίζεται κυρίως σε ένα πνεύμα διαίρεσης, το οποίο εφευρίσκει και ανακαλύπτει προσχήματα για μία διαρκή διαίρεση, κάτι που δεν θα έπρεπε να εμποδίζει μία communio in sacris (μυστηριακή κοινωνία), έστω κι αν είναι αδύνατο στον παρόντα χρόνο να επιδείξουμε απόλυτη συμφωνία στο δόγμα. Θα πίεζαν με το επιχείρημα ότι υπάρχει Ενότητα, η οποία πρέπει να φανερωθεί αμέσως με τη συνάντηση στην Τράπεζα του Κυρίου. Στην πραγματικότητα, για πολλούς Χριστιανούς, όποιο κι αν είναι το όνομα που τους περιγράφει, όλες οι υπάρχουσες ομάδες είναι εντός της Μίας Χάριτος, σε τέτοιο βαθμό που οι μεταξύ τους διαιρέσεις μπορούν να ξεπεραστούν επιδεικνύοντας περισσότερη φιλανθρωπία, ή αλλιώς με ρυθμίσεις τακτικής, που θα μπορούσαν πιθανώς να περιλαμβάνουν την ανασύσταση μιας «ιστορικής επισκοπής».

Όμως, υπάρχουν άλλοι πολλοί, που είναι πεπεισμένοι ότι η τραγωδία των χριστιανικών διασπάσεων έχει βαθύτατες ρίζες και επηρεάζει την ίδια τη βάση του Θεϊκού Ιδρύματος. Και βέβαια, το θέμα των αριθμητικών ποσοστών δεν έχει καμία θέση εκεί που βασιλεύει η χριστιανική ελευθερία και η αφοσίωση στην πίστη. Θα ισχυρίζονταν ότι η βασική δυσκολία των διαιρεμένων χριστιανών δεν είναι μόνον η έλλειψη προσέλευσης επί το αυτό ή ένα πνεύμα διαίρεσης, αλλά πάνω από κάθε τι ορισμένες καθοριστικές παραφθορές και δομικές παρεκκλίσεις, που εμφανίστηκαν στη διαδικασία της διάσπασης των χριστιανών. Έστω και με κάθε πνεύμα φιλανθρωπίας, και με πρόθυμη και αδελφική αφοσίωση για αυτούς με τους οποίους είναι ενσυνείδητα υποχρεωμένοι να διαφωνούν, όσοι είναι δεσμευμένοι στην «Υψηλή» ή «Καθολική» αντίληψη της Εκκλησίας θα επέμεναν ότι πρώτα θα πρέπει να ξαναβρεθούν και να θεραπευτούν όλες αυτές οι δομικές απώλειες, και ότι χωρίς να επιτευχθεί αυτό, κάθε εκδήλωση της υποτιθέμενης «Μοναδικότητας εν Χριστώ» θα ήταν εκτός πραγματικότητας και ανειλικρινής. Γι' αυτούς που ακολουθούν την «Υψηλή» αντίληψη, η διαίρεση είναι τόσο βαθιά μέσα στο χριστιανισμό, που δεν μπορούν να θεωρήσουν πολλές από τις υπάρχουσες ομάδες και υποδιαιρέσεις ως «εκκλησίες», με καμία κανονική και πλήρη έννοια του όρου. Δεν θα ήθελαν να επιβάλλουν τις δικές τους πεποιθήσεις πάνω σε όσους δεν μπορούν να τις δεχτούν, όμως είναι υποχρεωμένοι, σαν υπακοή στο θέλημα του Θεού, όπως το μελετούν στην Αγία Γραφή και στην εμπειρία της Εκκλησίας, να διατυπώσουν το πιστεύω τους και να απέχουν από κάθε πράξη που θα ήταν «πράξη πίστεως», στην οποία δεν μπορούν να συμμετέχουν χωρίς να προδώσουν την πίστη τους.

Όταν οι διάφορες χριστιανικές ομάδες είναι χωρισμένες από την ίδια την πίστη τους στην Αλήθεια, δηλαδή όταν ερμηνεύουν διαφορετικά τι σημαίνει πιστότητα στον Χριστό, θα ήταν άδικο και ασύνετο να ζητούν ο ένας από τον άλλο να κάνουν παραχωρήσεις και να παραθεωρούν τη διαφωνία τους για χάρη μιας άμεσης ένωσης. Επιπλέον, κάτι τέτοιο θα ήταν σημάδι αρρωστημένης ανυπομονησίας. Η αγάπη ποτέ δεν θα έπρεπε να αντιπαρατίθεται προς την Αλήθεια. Προφανώς θα ήταν εξωπραγματικό να ζητά κανείς από τους Καθολικούς να μήν θεωρούν την Αποστολική Διαδοχή και την ποιμαντική ιεροσύνη ως συστατική της Εκκλησίας ή να προτείνει να μήν θεωρούν δεσμευτικές τις δογματικές ερμηνείες των «Μυστηρίων», συμπεριλαμβανόμενης της Θείας Ευχαριστίας. Θα ήταν εξίσου άδικο να ζητάμε από τους Προτεστάντες να εγκαταλείψουν τις χαρακτηριστικές τους διδασκαλίες, όπως το δόγμα της Δικαιώσεως διά της πίστεως, ή την αποκλειστική πρακτική του «Βαπτίσματος των Πιστών», ή να αποδεχτούν δόγματα ή θεσμούς που ενσυνείδητα θεωρούν λανθασμένους. Το να επιχειρεί κανείς κάτι τέτοιο, στο όνομα μιας αφηρημένης «ενότητας» ή «μοναδικότητας», το να κάνει δηλαδή για λογαριασμό όλων δηλώσεις που μπορούν μόνο να λογιστούν ότι ανήκουν σε κάποιο μέρος, όποιο απ' όλα τα μέρη κι αν είναι αυτό, θα σήμαινε ή ότι κανείς παραδίδεται σε μεγαλεπήβολα όνειρα, ή ότι επιχειρεί να μεταστρέψει τους άλλους με μεταμφιεσμένο τρόπο. Μπορεί να είναι οδυνηρό να παραδεχόμαστε πόσο κεντρικές είναι οι βαθύτερες διαφορές μας. Όμως, αυτός ο πόνος είναι μάλλον οι ωδίνες της ωριμότητας. Πρέπει να γίνει αποδεκτό με κάθε ευθύτητα ότι η παρούσα κατάσταση της διαίρεσης και της διάσπασης των εκκλησιών δεν είναι μόνον στίγμα της αμαρτωλότητας, αλλά επίσης και μια μαρτυρία της βαθύτατης διαφωνίας σχετικά με την Αλήθεια.

Θα μπορούσε να φέρει κανείς στο σημείο αυτό τον αντίλογο ότι όσα μόλις είπαμε σημαίνουν ότι η Οικουμενική κίνηση έχει φτάσει σε αδιέξοδο και ότι καμία επιπλέον συζήτηση δεν μπορεί να είναι καρποφόρα, ούτε θα οδηγήσει πουθενά. Στην πραγματικότητα, το μόνο που σημαίνει είναι ότι θα πρέπει να βρεθούν μερικοί νέοι τρόποι, αν πράγματι πιστεύουμε ότι η Ενότητα είναι μέσα στο θέλημα του Θεού και όχι απλώς κάποιο ανθρώπινο σχέδιο. Η ένταση που στο Άμστερνταμ περιγράφηκε ως «η βαθιά διαφοροποίηση μεταξύ μας», βρίσκεται στην ίδια την καρδιά του οικουμενικού προβλήματος. Αυτή η ένταση είναι που δίνει την αληθινή οικουμενικότητα στην οικουμενική αναζήτηση. Η βασική προϋπόθεση για κάθε αληθινά οικουμενική συνάντηση ειναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη και ο σεβασμός. Οι διαιρεμένοι χριστιανοί πρέπει να εμπιστεύονται και να σέβονται την ειλικρίνεια και τις πεποιθήσεις ο ένας του άλλου. Η πρώτη έκκληση της Επιτροπής Πίστεως και Τάξεως απευθύνονταν σε «όλες τις χριστιανικές κοινότητες ανά τον κόσμο». Θα ήταν πολύ βολικότερο αν κάποιες από αυτές τις κοινότητες έβγαιναν από τη σκηνή, όμως τότε η οικουμενικότητα του σκοπού θα δεχόταν σοβαρή απειλή. Από την ίδια της τη φύση η οικουμενική προσπάθεια είναι παράδοξο εγχείρημα. Είναι σαν να προσπαθούμε να ξανακατευθύνουμε τη ροή της Χριστιανικής ιστορίας, να την κατευθύνουμε προς την ενότητα, μετά από αιώνες σχισμάτων και διασπάσεων. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι εύκολο καθήκον.

Αυτό, μας φέρνει στο τελικό θέμα. Ίσως μπορούμε να περιγράψουμε τις οικουμενικές προσπάθειες των τελευταίων δεκαετιών ως Οικουμενισμό εν χώρω. Το πρώτο μέλημα των Συνεδριάσεων Πίστεως και Τάξεως στο παρελθόν ήταν να ανακαλύψουν και να καταγράψουν τις πολλαπλές «συμφωνίες» και διαφωνίες ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες και υποδιαιρέσεις ανά τον κόσμο. Ο απολογισμός ήταν μάλλον αποκαρδιωτικός και συγκεχυμένος. Το επόμενο βήμα ήταν να ανακαλύψουμε τη «βαθύτερη διαφορά». Φαίνεται ότι αυτός ο Οικουμενισμός εν χώρω οφείλει πλέον να αντικατασταθεί από έναν Οικουμενισμό εν χρόνω. Καμία συμφωνία που αποτυγχάνει να αποδώσει δικαιοσύνη στη μακραίωνη Χριστιανική σκέψη και αφοσίωση δεν μπορεί να έχει αξία που να διαρκεί. Ο ίδιος ο χρόνος πρέπει να διασωθεί και να επανενωθεί ακέραιος. «Άλλοι εκοπίασαν και σύ εισήλθες εις τον κόπον αυτών». Είναι δίκαιο να πούμε ότι δεν εισήλθαμε αρκετά βαθιά στον κόπο προηγούμενων γενεών, των πατέρων και προγόνων μας εν Χριστώ. Είμαστε πολύ εγκλωβισμένοι στη δική μας γενεά. Όμως, όλες οι Χριστιανικές πεποιθήσεις μπορούν να κριθούν μέσα από την τελική δοκιμασία της Παραδόσεως. Μέσα από τη διαδικασία της κοινής μας επιστροφής σ' αυτή την Παράδοση που υπήρξε συνεχής, ακόμη και εν μέσω σχισμάτων και διαμαχών, ίσως συχνά με κρυμμένο και παραμορφωμένο τρόπο, εμείς, οι διαιρεμένοι Χριστιανοί, θα συναντήσουμε ο ένας τον άλλον σε πιο ασφαλές έδαφος, απ' ότι συνέβη στο παρελθόν. Αυτή η Παράδοση είναι η ίδια η Αγία Εκκλησία, στην οποία ο Χριστός είναι πάντοτε παρών.

Βεβαίως, στην τελική ολοκλήρωση, κάθε τι το ιστορικό θα αντικατασταθεί από αυτά που οφθαλμός ούκ είδε και φαντασία ανθρώπου δεν συνέλαβε ποτέ. Και όμως, το Ιστορικό, δηλαδή αυτό που επιτελέσθηκε από τους ανθρώπους στην ιστορία, εν χρόνω και πάνω σ' αυτή τη γή, έχει τη δική του θέση στο χρονικό της σωτηρίας. Η τελική κρίση επί της ιστορίας, ακόμη και επί της ιστορίας της Χριστιανοσύνης, ανήκει μόνον στον Χριστό-Κριτή, στον οποίο εδόθη όλη η δύναμις και ο οποίος πρόκειται να έρθει για να ταράξει την γή και για να κρίνει τους εν εγρηγόρση και τεθνεώτας. Και όμως, η Εκκλησία πάνω στη γή, δηλαδή μέσα στην ιστορία, έχει λάβει την εξουσία του δεσμείν και λύειν. Έχει εδραιωθεί ως ο Στύλος και το Στερέωμα της Αληθείας. Η πλήρης γνώση και κατανόηση, η όραση, διαφυλάσσεται για την Ημέρα της Κρίσεως. Όμως, στην Εκκλησία, κατά την ιστορική της παρουσία, έχει δοθεί τουλάχιστον μία γνώση προσανατολισμού. Το να ανακτήσουμε αυτή την αίσθηση προσανατολισμού είναι προς το παρόν το βασικό καθήκον της Οικουμενικής κίνησης. Ο σκοπός είναι μακρινός και η οδός στενή. Όμως, ένας βέβαιος και αλάθητος οδηγός έχει δοθεί σε όλους όσους ψάχνουν με ταπείνωση και αφοσίωση ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας. Αυτός θα οδηγήσει τους πιστούς εις πάσαν την Αλήθειαν.

(Ecumenism I, A Doctrinal Approach. Volume Thirteen in The collected works of
George's Florovsky, Bόchervertriebsanstalt 1989, Postfach 461, FL - 9490 Vaduz. Europa.
Μετάφραση από τα αγγλικά, Α. Μπύρου)

 

 

Προς ένα νέο Οικουμενισμό

Του Χρήστου Γιανναρά

Σήμερα, έχουμε ανάγκη από ένα νέο οικουμενισμό. έναν οικουμενισμό που σκοπό δεν θα έχει τον «διάλογο» ανάμεσα σε παραδόσεις και ομολογίες, αλλά μάλλον θα έρθει να αποκαλύψει μία νέα «σύναξη», μέσα από το αντάμωμα ανθρώπων κάθε παράδοσης και ομολογίας. Θα είναι ο οικουμενισμός που θα προκύψει από την προσέγγιση όλων εκείνων που μοιράζονται την ίδια δίψα για τη Ζωή που νικά τον θάνατο. ανθρώπων που αναζητούν αληθινές απαντήσεις στα «αδιέξοδα» του πολιτισμού που βιώνουμε σήμερα.

Αυτό το είδος του οικουμενισμού είναι καίριο για μας, γιατί ως Χριστιανοί φέρουμε ευθύνη για αυτού του είδους τα αδιέξοδα. Ο οικουμενισμός της δεκαετίας του 60 ήταν πολύ διαφορετικός, αφού στόχο είχε να δώσει την ευκαιρία στις διάφορες παραδόσεις και ομολογίες να γνωρίσουν η μία την άλλη. Κάθε παράδοση, κάθε εκκλησία, εξέφρασε τα πιστεύω και τις «πεποιθήσεις» της, προκειμένου να ωριμάσει αυτή η αμοιβαία γνώση.

Στη ζωή μου είχα την ευκαιρία να μιλήσω σε πολλές παρόμοιες οικουμενιστικές συναθροίσεις. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν ήταν από τα πρόσωπα που, μερικές φορές, ονομάζουμε «ιερά τέρατα» (monstres sacrιs) της σύγχρονης θεολογίας. Άς με συγχωρήσετε γι' αυτό που πρόκειται να πώ, αλλά ο κανόνας είναι πώς μία σύνθεση σαν αυτή, είναι απλά αδύνατον να ανταποκριθεί σε μία τέτοια θεμελιώδη δίψα. Κουβεντιάζαμε για τα προβλήματα του Τρίτου Κόσμου, του φεμινισμού, των ατομικών δικαιωμάτων και τα παρόμοια. Αλλά, ξέρετε, είμαι μέλος της Εκκλησίας γιατί αυτό που κυρίως με απασχολεί είναι εάν υπάρχει τρόπος για τον άνθρωπο να «χωρέσει», να χειριστεί και να αισθανθεί τη νίκη κατά πάνω στον θάνατο. Υπάρχουν τόσοι πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να δώσει κανείς λύση στα προβλήματα του Τρίτου Κόσμου ή στα επίκαιρα γυναικεία ζητήματα. αλλά μόνο μία υπόσχεση κυριολεκτικά πατά πάνω στον θάνατο της Εκκλησίας.

Θα κάνω χρήση δύο λέξεων για να εξηγήσω τι εννοώ: Ελευθερία και γνώση. Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με την ελευθερία. Ο τρόπος που ο σύγχρονος κόσμος προσλαμβάνει την έννοια της ελευθερίας με αφήνει αδιάφορο. Είναι η ελευθερία που νοείται ως η δυνατότητα της απεριόρισης επιλογής: η ικανότητα να διαλέγει κανείς ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες, διαφορετικές πεποιθήσεις, διάφορα πολιτικά κόμματα, εφημερίδες κ.λπ. Το δικαίωμα, με άλλα λόγια, του ατόμου στην χωρίς όρια επιλογή. Η ενσάρκωση, η εικόνα της ελευθερίας σήμερα, είναι το σούπερ μάρκετ. Στον χώρο του σούπερ μάρκετ ο καθένας μπορεί να επιλέξει για τον εαυτό του μέσα στην απόλυτη μοναξιά του καταναλωτή.

Η ελευθερία που με ενδιαφέρει είναι εκείνη που καταργεί τους περιορισμούς του κτιστού κόσμου. Επιτρέψτε μου να σάς θυμήσω το περιστατικό με τον Πέτρο να βαδίζει πάνω στο νερό. Οι μαθητές, όλοι μαζί, σε ένα μικρό πλεούμενο στη Γενησαρέτ. Η λίμνη φουρτουνιασμένη, έχει ξεσπάσει καταιγίδα, είναι σκοτάδι, οι μαθητές φοβούνται. Απροσδόκητα βλέπουν κάποιον να έρχεται προς το μέρος τους διασχίζοντας το νερό. Κλονίζονται, έχουν πανικοβληθεί. Αλλά Εκείνος που τους πλησιάζει τους ησυχάζει: «Θαρσείται, εγώ ειμί. μη φοβείσθε». Είναι ο Ιησούς. Κι ο Πέτρος του απαντά: «Κύριε, ει σύ εί, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα». Ο Χριστός τον καλεί «Ελθέ», του λέει. Κι ο Πέτρος δρασκελίζει την κουπαστή και αρχίζει να βαδίζει πάνω στα νερά. Τη στιγμή εκείνη αντλεί την ύπαρξή του όχι από την ίδια του τη φύση, αλλά από τη σχέση του με τον Κύριο. Είναι αυτή η ελευθερία που νικά τον θάνατο.

Η Εκκλησία μας ζητά να κατανοήσουμε την υπόστασή μας όχι στη βάση της κτιστής και θνητής φύσης, αλλά ως κατόρθωμα σχέσης και εγγύτητας με Εκείνον που μας κάλεσε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτός είναι ο ορισμός του ανθρώπινου προσώπου: αυτό που συγκροτεί το πρόσωπο βρίσκεται στην ελευθερία της άμεσης, υπαρξιακής σχέσης με τον Θεό. Δεν πρόκειται εδώ για κάποια αφηρημένη ιδεολογία ή ψυχολόγημα. αλλά για κάτι πραγματικό, αληθινό. Υπάρχουμε με τον τρόπο της Εκκλησίας όταν γινόμαστε ικανοί να βαδίσουμε πάνω στο νερό. και ολόκληρο το βίωμα της Εκκλησίας είναι ένας ασκητικός αγώνας σχεδιασμένος να μας διδάξει τον τρόπο που θα περπατήσουμε στο νερό. Δεν είναι λίγες οι φορές που κανείς μένει με την εντύπωση ότι η ζωή της Εκκλησίας εξαντλείται σε μια προσπάθεια να βελτιώσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, τον χαρακτήρα τους, να τους δώσει τη δυνατότητα να ελένξουν τα πάθη τους... Είναι, βέβαια, όλα αυτά μέρος της ασκητικής μαθητείας. Αλλά το τέλος του αγώνα είναι η ελευθερία από τη φυσική αναγκαιότητα, είναι η δυνατότητα να υποστασιάσουμε τη ζωή ως αγάπη, ώστε να φθάσουμε στην αλήθεια του προσώπου.

Η δεύτερη λέξη που θα χρησιμοποιήσω είναι η γνώση. Η γνώση όπως την κατανοούμε σήμερα δηλαδή, ως πληροφορία- δεν με συγκινεί. Στις μέρες μας η επιστήμη δείχνει να παρατηρεί την πραγματικότητα σαν, για παράδειγμα, να κατέληγε κανείς να πεί κρίνοντας έναν πίνακα του Van Gogh, ότι αποτελείται από ένα κομμάτι καμβά καλυμμένο με μπογιά. *Έτσι είναι αδύνατον, μέσω του πίνακα, να γνωρίσει την προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Αν, λοιπόν, αρκεστούμε στο επίπεδο των υλικών από τα οποία είναι φτιαγμένος ο πίνακας, τότε η μοναδικότητα της δημιουργικής έκφρασης, η ετερότητα του προσωπικού λόγου του καλλιτέχνη παραμένει ασπούδαστη. Μπορεί να γράψουμε σειρά βιογραφιών για τον Mozart, τη μία μετά την άλλη. Μπορεί να αυξήσουμε τις γνώσεις μας γύρω από τη ζωή και το έργο του. Αλλά είναι μόνο η εμπειρία της μουσικής του Mozart που θα μας αποκαλύψει το πρόσωπό του.

Θέλω μία επιστήμη που να με καθιστά ικανό, μέσα από την πραγματικότητα και τη σπουδή της φύσης, να φθάσω στη γνώση του προσώπου του Δημιουργού. Θέλω μία γνώση που θα προχωρά πέρα από τη φύση για να φθάσει στην «ετερότητα» του Θείου προσώπου. μία γνώση που θα μου επιτρέψει να κοινωνήσω με αυτό το πρόσωπο. Η γνώση της προσωπικής «ετερότητας», η γνώση του προσώπου, είναι ένα αποκορύφωμα, μία έκρηξη ελευθερίας. Γνώση και ελευθερία δεν χωρίζονται, γιατί πρέπει να ελευθερώσω τον εαυτό μου από τον εαυτό μου για να τον ανοίξω προς τον άλλον. για να κατορθώσω ν' αναγνωρίσω την «ετερότητα» του άλλου προσώπου. Πρέπει να ελευθερώσω τον εαυτό μου από όλες εκείνες της ατομικές, εγωκεντρικές μορφές αντίστασης. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να φθάσουμε στην ελευθερία: η ελευθερία ως αγάπη και η ελευθερία ως γνώση. Αυτός είναι ο λόγος που ο δρόμος για τη γνώση και την ελευθερία και την αγάπη, είναι ο δρόμος της άσκησης: είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο θα ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από τις αναγκαιότητες του εγώ. Για να γνωρίσω τον άλλον είναι απαραίτητο να πώ αντίο στον εαυτό μου.

Μέσα στο βίωμα της Εκκλησίας συναντούμε δύο δρόμους για να πορευθούμε τον ασκητικό αυτό αγώνα: Την διακονία προς τον άνθρωπο, το κοινωνικό έργο, και τον μοναστικό ασκητισμό, όπου κανείς εργάζεται να υπερβεί εκείνα τα εμπόδια, τα σημεία αντίστασης που δεν του επιτρέπουν να κοινωνήσει με τον Θεό και με τους άλλους. Αυτοί οι δύο δρόμοι στην πραγματικότητα έχουν τον ίδιο σκοπό. Ο Ευάγριος Πόντικους το όρισε πολύ εύστοχα όταν είπε ότι ο Χριστιανός, και ιδιαίτερα ο μοναχός, απομακρύνεται από τους άλλους προκειμένου να ενωθεί με όλους. Δυστυχώς, στις κοινωνίες που ζούμε, ο τρόπος της ζωής αποκλείει και τους δύο αυτούς τρόπους. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι βιώνουμε ένα παράδοξο. Αφενός δεν διστάζουμε να δηλώσουμε ότι είμαστε μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή ενός ζωντανού σώματος, και από την άλλη μεριά, η καθημερινή μας επιβίωση προϋποθέτει την απολυταρχία της ατομικότητας. Διαμορφώνουμε σήμερα τη ζωή μας πάνω στη βάση των δικαιωμάτων του ατόμου και δίνουμε απόλυτη προτεραιότητα στην ατομική κατανάλωση. Με τον ίδιο τρόπο ακόμα κι η θεολογία έχει γίνει η γνώση περί τινος πράγματος. Γεμίζουμε με πληροφορίες που αφορούν τον Θεό. Αλλά αυτό που ορίζει τη θεολογία μέσα στην Εκκλησία είναι η πληρότητα της γνώσης του ίδιου του Θεού, η εμπειρία της πίστης, που βέβαια καθόλου δεν σημαίνει την απόκτηση μιας συγκεκριμένης ατομικής ιδεολογίας. Στα Ελληνικά η λέξη «πίστη» διατηρεί ακόμη την πρωτότυπη έννοια της εμπιστοσύνης. Να πιστεύω, σημαίνει να προσφέρω τον εαυτό μου με απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό και σ' αυτόν τον «άλλον» που αγαπώ. Τα δύο πρόσωπα του Ευαγγελίου, ο Φαρισαίος και ο Τελώνης, είναι θεμελιώδη σημαίνοντα για την κατανόηση αυτού που προσπαθώ να εκφράσω με την λέξη «πρόσωπο». Ο Φαρισαίος, ως τύπος ανθρώπου θρησκευόμενου, είναι ικανοποιημένος από τον εαυτό του, απόλυτα πιστός στο Νόμο, αυτάρκης. Δεν χρειάζεται τον Θεό. Αυτός είναι ο λόγος που μένει έξω από τη Βασιλεία Του. Ο άλλος, ο Τελώνης, δεν έχει να προσφέρει καμία αρετή, ούτε κάν καλή πράξη. Είναι αμαρτωλός. Δεν στηρίζεται στις προσωπικές του δυνάμεις, έτσι το μόνο που του απομένει είναι η σχέση του με αυτούς που αγαπά. Και παραδίδει τον εαυτό του σ' αυτή την αγάπη.

Οραματίζομαι έναν οικουμενισμό που οι απαρχές του θα ορίζονται από το γεγονός ότι κάθε εκκλησία θα ομολογήσει τις δικές της αστοχίες. Εάν ξεκινήσουμε από μία τέτοια εξομολόγηση των ιστορικών μας λαθών, είναι πιθανόν ότι στο τέλος θα καταφέρουμε να παραδώσουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλον. Είμαστε πλήρεις λαθών και αδυναμιών που έχουν παραμορφώσει την ανθρώπινη φύση μας. Αλλά, ο Απόστολος Παύλος μας θυμίζει ότι από την «ασθένεια» γεννιέται η ζωή που θριαμβεύει πάνω στον θάνατο. Οραματίζομαι έναν οικουμενισμό που η βάση του θα οροθετείται από την εθελοντική αποδοχή αυτής της ασθένειας.

Είναι πιθανόν ότι θα ξεχάσετε τα περισσότερα από αυτά που μόλις σάς είπα. Αλλά, θα ήθελα να σάς ζητήσω να θυμάστε αυτή μόνο την πρόταση: Το πιο δύσκολο πράγμα στην προσωπική ζωή ενός ανθρώπου και δεν εννοώ την πνευματική του ζωή, παρά εν γένει την προσωπική του ζωή- είναι να διακρίνει ανάμεσα στο αληθινό και το ψυχολόγημα. Ο πολιτισμός μας έχει αντικαταστήσει την οντολογία με την ψυχολογία. Και δεν εννοώ την επιστήμη της ψυχολογίας που έχει πολλά να μας πεί. Εννοώ τις ψυχολογικές πλάνες που κατασκευάζουμε από μόνοι μας, είτε μέσα από μια καθαρά λογική διεργασία, είτε μέσα από ένα είδος ηθικής αυτοδικαίωσης. Θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτά τα είδωλα για να μπορέσουμε να αγγίξουμε την πραγματικότητα που είναι αληθινά θεολογική. Πρέπει να ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε ό,τι είναι πραγματικό και σ' αυτό που είναι ψυχολόγημα, ώστε κάποια μέρα να κατορθώσουμε να ψάλλουμε μαζί πώς, με τον θάνατο κανείς μπορεί να νικήσει τον θάνατο.

(Το παραπάνω κείμενο βασίζεται σε προφορική εισήγηση.
Εμφανίστηκε στα Γαλλικά στο Contacts No. 179 (1997), pp. 202-206
και σε αγγλική μετάφραση στο Sourozh nr. 70, November 1997.
Από τα Αγγλικά μετέφρασε η Α. Μπύρου)

 

Λίγες σκέψεις για τον Οικουμενισμό

Του Ιωάννη Καλόμοιρου

Η οικουμενική κίνηση αριθμεί πλέον πίσω της αρκετές δεκαετίες και έχει δώσει διάφορα δείγματα γραφής, πάνω στα οποία είναι δυνατό να γίνουν ορισμένες σκέψεις. Ανάλογα με την οπτική γωνία, ο οικουμενισμός έχει εγκωμιασθεί, έχει υποστεί σοβαρή κριτική, έχει δημιουργήσει ελπίδες ή έχει συσσωρεύσει θλίψη, ακόμη και διαίρεση ανάμεσα στα τέκνα της Εκκλησίας. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα θέμα που καλώς επανέρχεται και δίνει τροφή για σκέψη, ώστε να ανανεώνεται ο προβληματισμός και να συντονίζεται με τη συνείδηση της Εκκλησίας. Είναι μάλλον αυτονόητο ότι η συζήτηση για τη χριστιανική ενότητα δεν μπορεί να περιορίζεται σε κλειστά συνέδρια ειδικών, ούτε μπορεί το αποτέλεσμα να αξιολογείται με βάση την απήχηση των σχετικών συζητήσεων ανάμεσα σε λίγους ακαδημαϊκούς θεολόγους, ορθόδοξους και μη. Αντιθέτως, ένα καίριο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι η εξεύρεση θεολογικών κριτηρίων, που θα αξιολογούν το κάθε αποτέλεσμα με γνώμονα τη συνείδηση του ευρύτερου εκκλησιαστικού σώματος. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να εξασφαλιστεί πρώτα η θεολογική εγρήγορση των ορθοδόξων πάνω σ' αυτά τα θέματα και δεύτερον η εμπιστοσύνη τους επί της όλης διαδικασίας. Αυτά, χρειάζονται πολλή εργασία, που νομίζω ότι μέχρι σήμερα δεν έγινε.

Θα καταθέσουμε μερικούς προβληματισμούς, που τους απευθύνουμε με γνώμονα την αντίληψή μας για το καλό της Εκκλησίας και με σεβασμό προς τα πρόσωπα που εμπλέκονται και προς τους θεσμούς που εκπροσωπούν.

Συζητώντας για τον οικουμενισμό σε επίπεδο βασικών αρχών, οφείλουμε να ανατρέχουμε και στις ίδιες τις ρίζες των διαφορών ανάμεσα στις Χριστιανικές παραδόσεις. Οι χριστιανοί μοιράζονται ένα κοινό θρησκευτικό πλαίσιο, την κοινή ιστορική παράδοση των πρώτων αιώνων. Όμως, μέσα στο πλαίσιο αυτό φύτρωσαν ουσιώδεις θεολογικές διαφορές, που οδήγησαν σε διαφορετικά νοήματα και διαφορετικές ερμηνείες. Έτσι, δημιουργήθηκαν συν τω χρόνω διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με το ίδιο το νόημα της Εκκλησίας, της σωτηρίας και της χριστιανικής ζωής. Αυτή είναι η δεινή πραγματικότητα, την οποία οφείλει να αντιμετωπίσει κάθε προσπάθεια για μία αληθινή και βαθιά και όχι εξωτερική και επίπλαστη ενότητα.

Αν η διαίρεση των χριστιανών οφείλονταν μόνον σε ιστορικά προβλήματα και πολιτικής φύσεως εμμονές και παρεξηγήσεις, τότε χριστιανικό χρέος όλων θα ήταν αναμφίβολα να εργαστούν στον κατάλληλο χρόνο για να έλθει η συγχώρηση και η μετάνοια για όσα αμοιβαία (ή και μονομερώς αδιάφορο) διαπράχτηκαν. Σ' αυτή την περίπτωση, η οικουμενική κίνηση θα είχε να επιτελέσει ένα αρκετά ευκολότερο έργο, αφού με μόνη την καλή θέληση θα μπορούσε να διευκρινιστεί ότι οι διαφορές που συσσωρεύτηκαν δεν αγγίζουν το βαθύτερο νόημα της πίστεως του Ευαγγελίου. Όταν όμως πίσω από τις διαφορετικές παραδόσεις κρύβεται μία διαφορετική οντολογική βάση, μία διαφορετική ερμηνεία για το νόημα της πίστεως, η οποία αγγίζει την ίδια τη ζωή, τη σκέψη, τον πολιτισμό, την εικόνα για το Θεό και τον κόσμο, τότε πράγματι κανείς καταλαβαίνει ότι η διαδρομή που έχει να κάνει μια γνήσια οικουμενική προσπάθεια αντάξια χριστιανών, είναι μακρόχρονη, επίπονη και απαιτεί καρτερικότητα και τεράστια υπομονή.

Αντιθέτως, αν η οικουμενική κίνηση για τη χριστιανική ενότητα δεν χαρακτηρίζεται από αυτή την καρτερικότητα σε βάθος χρόνου, αλλά προτρέχει παραμερίζοντας ουσιώδεις διαφορές, στο βωμό της «συνύπαρξης μέσα στη διαφορετικότητα», δηλαδή της απλής συμβίωσης, τότε θέτει πολιτικούς και όχι εκκλησιαστικούς, θεολογικούς στόχους και δίκαια γίνεται αντικείμενο ακόμη και σκληρής κριτικής.

Η ρίζα της θεολογικής διαφοράς, ανάμεσα στην Ορθόδοξη και στη Δυτική παράδοση, αυτή που κάνει τον Ντοστογιέφσκι να βλέπει στις δυτικές διδασκαλίες την καίρια αλλοίωση του Ευαγγελικού κηρύγματος, όπως την είδαν και οι πατέρες της Ανατολής, βρίσκεται στην Αυγουστίνεια θεολογία, που διαπερνά σαν άξονας τον δυτικό πολιτισμό από τους πρώτους αιώνες μέχρι σήμερα. Πρόκειται για μια ιδιοφυή μεταγραφή του ρωμαϊκού δικαίου, της νεοπλατωνικής οντολογικής παράδοσης, ίσως και κάποιων μανιχαϊστικών, γνωστικών στοιχείων, στο πλαίσιο της χριστιανικής σκέψης των πρώτων αιώνων. Η απαρχή αυτή είχε αρκετή δυναμική ώστε να εξασφαλίσει στη Δύση μια θεολογική ιδιαιτερότητα, κάτι σαν ιδιαίτερη ταυτότητα, έναντι της αντίστοιχης Ελληνικής και εν γένει Ανατολικής. Ταυτόχρονα, όμως, εισάγει μια κλειστή αντίληψη για την πνευματικότητα, μια εξατομικευμένη εσωτερικότητα, έναν μυστικισμό. Ο άνθρωπος αποσύρεται σε μία εσωτερική ενόραση των θείων αληθειών μέσω του νοός, μέσω των ψυχικών του δυνάμεων που κατανοούν κατ' αναλογία προς τη θεία και αιώνια αλήθεια. Ο Θεός, από την άλλη μεριά, αποσύρεται στο πλαίσιο της Αυγουστίνειας θεολογίας στη χαρακτηριστική έκτοτε για τη Δύση «Σιωπή» Του, στην τέλεια μη μετοχή Του στα του κτιστού κόσμου, αφού η αμέθεκτη ουσία Του ταυτίζεται οντολογικά με την Ενέργειά Του.

Στο δυναμικό αυτό φιλοσοφικό κατασκεύασμα βρίσκεται εν σπέρματι η δογματική παράδοση που αποτέλεσε τη βάση της διαφοροποίησης ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση. Επίσης, βρίσκεται εν σπέρματι η παράδοση των σχολαστικών, καθώς και σύγχρονες εκφάνσεις της δυτικής φιλοσοφίας. Το θεολογικό αυτό πλαίσιο αγκαλιάζει τόσο τη Ρωμαιοκαθολική, όσο και την Προτεσταντική παράδοση, με αποτέλεσμα να θέτει κάποιους κοινούς όρους αντιμετώπισης των δύο αυτών μεγάλων χριστιανικών ρευμάτων.

Η οντολογική θεολογική παράδοση της Ανατολής διαμορφώθηκε σε εντελώς διαφορετικές βάσεις, μέσα από το έργο αγίων όπως ο Γρηγόριος Νύσσης, Μάξιμος Ομολογητής, Συμεών Νέος Θεολόγος και ο Γρηγόριος Παλαμάς, που το έργο του αποτελεί ουσιαστική κριτική των λαθών της Δυτικής οντολογίας. Κέντρο της ορθόδοξης οντολογίας είναι το ευαγγελικό αίτημα για την απάρνηση του σκληρού κελύφους του «εγώ», τη διάνοιξή του στην προσωπική κοινωνία, το αίτημα της χριστιανικής ταπείνωσης με σκοπό την εν Θεώ ενότητα της κτίσεως, η ανατροπή των δεδομένων της πτώσεως. Θεολογικό δείγμα γραφής προς αυτή την κατεύθυνση είναι η χρήση της αποφατικής γλώσσας, που παραιτείται από αντικειμενικές βεβαιότητες και απόλυτες σχηματοποιήσεις. Κεντρική είναι η κατανόηση του ανθρώπου ως προσωπική εικόνα του προσωπικού Θεού, που μετέχει του Θεού μέσω των Θείων ακτίστων Ενεργειών. Στο κέντρο της ορθόδοξης οντολογίας βρίσκεται η εικόνα της Μεταμορφώσεως στο όρος Θαβώρ: εικόνα της βαθιάς αλλαγής της πεσμένης φύσεως μέσα στη χάρη της Θεότητας, που επιχέεται δυνάμει της Αναστάσεως του Χριστού και μεταμορφώνει τα πάντα. Ο Θεός, που στη Δυτική οντολογία απέχει της φύσεως του κτιστού, στην ορθόδοξη θεολογία μετέχει διά των Ενεργειών Του και γίνεται Κέντρο της Κτίσεως στο πρόσωπο του Χριστού.

Έτσι, ο Χριστός στην ορθόδοξη παράδοση δεν είναι καθόλου ένας απλός μοχλός της θείας οικονομίας για τη σωτηρία των ανθρώπων από την «αμαρτία». Η οντολογικοποίηση και αντικειμενοποίηση του κακού και της αμαρτίας είναι έξω από το σύμπαν της ορθόδοξης οντολογίας. Ο Χριστός είναι το οντολογικό μας πρωτότυπο, η ίδια η ρίζα της ανθρώπινης φύσεως στην εσχατολογική της υιοθεσία και στην τελική της δόξα, που της χαρίζεται από τον Θεό. Η δική Του ενανθρώπιση είναι που μας κάνει ανθρώπους, η δική Του σφραγίδα μας χαρίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η δική Του Ανάσταση και δόξα είναι ο δικός μας προορισμός.

Αυτές τις διαφορές οφείλουμε να αναδείξουμε, αυτό το κήρυγμα έχουμε χρέος να προβάλλουμε μέσα από τον οικουμενικό διάλογο. Όχι με τον τρόπο της αυτοδικαίωσης, που εξάλλου αντίκειται ριζικά στα παραπάνω οντολογικά αιτήματα, αλλά με το πνεύμα της ταπείνωσης και της προσφοράς, το πνεύμα της αγάπης και του σταυρού. Δεν είναι δυνατό να αποποιούμεθα οι ορθόδοξοι τα πρωτοτόκια της ιεράς παραδόσεως, όπως τα παραλάβαμε από τους πατέρες μας, με το πρόσχημα της ισοτιμίας στο διάλογο. Όπως παρατηρεί ο Μητροπολίτης Φιλάρετος στις «επιστολές του πόνου», που έστειλε στους προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών (1969 και 1971) είναι λάθος το πρίσμα της Οικουμενικής πρακτικής, όπου ορθόδοξοι και δυτικοί έχουν εξίσου δίκιο και άδικο. Προφανώς, εδώ το θέμα δεν είναι η επιμονή σε μια εκκοσμικευμένη διεκδίκηση του «δικαίου», αλλά η αταλάντευτη απόφαση να εμμείνουν οι ορθόδοξοι στο ακριβές πλαίσιο της Παραδόσεως και να το προβάλλουν ως βάση ενότητας, σαν ένα κάλεσμα για επιστροφή. Επιστροφή προς την ιερή παράδοση που αν και ιστορικά τους ανήκει, οφείλουν να εργαστούν και αυτοί ώστε να την ανακαλύψουν ξανά και να την προβάλλουν όχι μόνον στους απέναντι, αλλά και στους ίδιους τους ορθοδόξους. Οφείλουν και οι ορθόδοξοι να γνωρίσουν και να επιστρέψουν στην παράδοσή τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης, ακόμη και θεολόγοι που εκπροσώπησαν φιλορθόδοξα ρεύματα επιστροφής στην ιερή παράδοση εκφράζουν απόψεις που βλέπουν στη Δύση το απαραίτητο συμπλήρωμα της χριστιανικής Εκκλησίας: «…τον άγιο Αυγουστίνο θα ήταν πολύ ασύνετο να τον διαγράφουμε, εάν θέλουμε να αναδεχτούμε όλη την κληρονομιά του χριστιανισμού…» Άραγε, όμως, η ιεροποίηση της Αυγουστίνειας παράδοσης, μέσα από την άμεση ή έμμεση αποδοχή της από την ορθοδοξία, προωθεί πράγματι τον χριστιανικό στοχασμό και βοηθά σε μία μεταστροφή προς το πνεύμα του Ευαγγελίου;

Η χριστιανική ενότητα, όσο κι αν είναι ποθητή, δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό. Αν δεν γίνει ένας μακροχρόνιος αγώνας που να στοχεύει σε μία κοινή οντολογική βάση στο πλαίσιο της ιερής παραδόσεως, το όλο εγχείρημα μπορεί να αποδειχτεί επιτυχές, αλλά θα στερείται αληθινής πνευματικής σημασίας. Η εργασία αυτή δεν μπορεί να αφορά μόνον σε ακαδημαϊκούς θεολόγους και μελετητές. Πρέπει να ξεφύγει από τα αμφιθέατρα και να αγγίξει μια κρίσιμη μάζα, ώστε να γίνει ζωντανό βίωμα και πολιτισμός, τόσο στη Δύση, όσο και ανάμεσα σε μας τους ορθοδόξους.

Ίσως μια τέτοια προσπάθεια να μήν βοηθά άμεσα το θέμα της «ενότητας» και να σημαίνει τεράστιες καθυστερήσεις. Όμως, μόνον όταν τα στοιχεία αυτά της παραδόσεως διαποτίσουν διορθωτικά τη ζωή και τον πολιτισμό της Ανατολής και της Δύσης, μόνον τότε θα μπορέσει να σφυρηλατηθεί μια οικουμενική ενότητα με νόημα, οντολογική βάση ώστε να προσφερθεί κοινή «λογική» θυσία.

Συχνά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με δηλώσεις και «συμφωνημένα» κείμενα, που προωθούν μεν την οικουμενική «ενότητα», αλλά απέχουν από τις παραπάνω προϋποθέσεις. Είναι μάλλον κατασκευασμένα πάνω στη βάση μιας σχολαστικής, «τεχνικής» αντίληψης για την Εκκλησία, που είναι μακριά από το πνεύμα της πατερικής παραδόσεως, αφού παραθεωρεί τη θεολογία και τη διδασκαλία ως προϋπόθεση ενότητας εν αληθεία. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι η Ανατολή και η Δύση διατηρούν την ίδια Αποστολική Διαδοχή, σαν να ήταν η Διαδοχή απλώς μηχανιστικό αποτέλεσμα της επίθεσης των χειρών, και όχι Διαδοχή στην πίστη και την ιερή διδασκαλία. Πώς γίνεται αποκλίνουσες πνευματικές παραδόσεις, διηρημένες επί αιώνες, να διατηρούν την «ίδια ιεροσύνη» και τα «ίδια μυστήρια», χωρίς μία μακροχρόνια σύγκλιση στη θεολογία, η οποία να αγγίξει τελικά και τη μυστηριακή ζωή των Εκκλησιών; Τα μυστήρια για τους ορθοδόξους δεν είναι «τεχνικό» ζήτημα, που απορρέει από μία ιδρυματική εκκλησιαστική αντίληψη, αλλά προϋποθέτουν την αλήθεια της θεολογίας, αφού ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί εν Πνεύματι μόνον εν αληθεία. Και βέβαια, δεν αρνείται κανείς τη δυνατότητα της μετοχής στην ενέργεια του Πνεύματος κάθε χριστιανικής ψυχής που διψά, όμως η κοινή διαδοχή και η κοινή μυστηριακή ζωή ανάμεσα σε παραδόσεις που υφίστανται θεσμικά μπορεί να συντελείται μόνον ως αποτέλεσμα της ενότητας και όχι ως βάση διαλόγου με σκοπό την επανεύρεση της ενότητας.

Συχνά, πάλι, το αίτημα για χριστιανική ενότητα καταρρέει σε μία επίκληση για ανεκτικότητα μέσα στη διαφορετικότητα. Η διαπίστωση αυτή είναι λυπηρή, όχι επειδή η ανεκτικότητα και η αποδοχή της διαφορετικότητας είναι λάθος, αλλά επειδή πρέπει να είναι απλούστατα αυτονόητη! Αν και η αποδοχή της διαφορετικότητας οφείλει να είναι δεδομένη στην πολυσυλλεκτική κοινωνία του σημερινού κόσμου, αυτή η υπεραπλούστευση είναι πολιτικής φύσεως και δεν ανήκει στην πνευματική τάξη. Η πνευματική ενότητα συντελείται πάνω σε βάση κοινού νοήματος και έχει αναπόφευκτα θεολογική, οντολογική διάσταση. Εκεί, τα δόγματα παίζουν ρόλο όχι ως απλές διατυπώσεις, αλλά ως προς το νόημα της ζωής που φανερώνουν ή ίσως αποκρύπτουν.

Τα δόγματα, λοιπόν, κρίνονται με βάση το μέτρο και το πλήρωμα της ζωής που έχει παραδοθεί από τους Αποστόλους και τους πατέρες και η συμφωνία σ' αυτά, ακόμη και στη λεπτομέρειά τους, προηγείται από κάθε δήλωση ή και απλή εκδήλωση ενότητας.

Η επανεύρεση αυτού του κοινού μέτρου της ζωής είναι και το μόνο αληθινό νόημα που μπορεί να έχει η οικουμενική προσπάθεια, χωρίς το οποίο η εν Χριστώ ενότητα αποδεικνύεται ανέφικτη χίμαιρα.

 

Η αληθινή Εκκλησία

του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

Η διατριβή αυτή είναι μία απόπειρα συγγραφής σε μία νέα και οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μήν είχε τελικά επιτυχία. Είναι πιθανόν ότι κάποιοι θα ανιχνεύσουν σ' αυτήν ένα ύφος ομολογιακό και άλλοι ίσως θα παραπονεθούν για την αοριστία της. Έτσι, δεν θα ήταν άτοπο να συνοψίσω περιληπτικά τα βασικά σημεία σε μία γλώσσα οικεία σε μένα. Ως μέλος και ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πιστεύω ότι η Εκκλησία στην οποία βαπτίστηκα και μεγάλωσα είναι αληθινά η Εκκλησία, δηλαδή η αληθινή Εκκλησία και η μόνη αληθινή Εκκλησία. Αυτό το πιστεύω για πολλούς λόγους: τόσο από προσωπική πεποίθηση όσο και από την εσωτερική μαρτυρία του Πνεύματος που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας καθώς κι από όλα όσα είχα τη δυνατότητα να μάθω από τις Γραφές και από την οικουμενική παράδοση της Εκκλησίας. Είμαι, λοιπόν, υποχρεωμένος να θεωρήσω όλες τις άλλες Χριστιανικές εκκλησίες ως ανεπαρκείς και σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσα να εντοπίσω τα ελλείμματά τους μάλλον με ακρίβεια. Έτσι, για μένα, η Χριστιανική ενότητα είναι απλά η οικουμενική επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν πρόκειται για κάποια ομολογιακή νομιμοφροσύνη^ η μόνη μου νομιμοφροσύνη ανήκει στην Una Sancta.

Γνωρίζω καλά ότι τον ισχυρισμό μου θα τον αποκηρύξουν πολλοί Χριστιανοί, γιατί δίνει την εντύπωση μίας υπερφίαλης και ανώφελης αξίωσης. Γνωρίζω καλά ότι πολλά από όσα πιστεύω με απόλυτη και πλήρη βεβαιότητα δεν τα συμμερίζονται άλλοι. Όμως, δεν βρίσκω κάποιο λόγο για τον οποίο θα πρέπει να τους αμφισβητήσω ή να δυσπιστήσω απέναντί τους. Απλά αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διακηρύξω την πίστη μου και για να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο και ύφος ώστε η φτωχή μου διατύπωση να μήν συσκοτίσει την αλήθεια. Γιατί είμαι βέβαιος ότι η αλήθεια του Θεού έχει τη δύναμη να πείθει. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τι από το παρελθόν ή το παρόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας ισοδυναμεί με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα μπορούν να αλλάξουν^ πραγματικά, πολλά χρειάζονται βελτίωση. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμα η τέλεια Εκκλησία.

Η Εκκλησία του Χριστού οφείλει να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί μέσα στην ιστορία. Ωστόσο, στην Εκκλησία έχει ήδη παραχωρηθεί και θησαυρισθεί η πλήρης και καθολική αλήθεια. Διορθώσεις και επαναδιατυπώσεις είναι πάντοτε δυνατές και κάποιες φορές απαραίτητες. Ολόκληρο το ιστορικό παρελθόν των Οικουμενικών Συνόδων αποτελεί απόδειξη αυτού του γεγονότος. Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν επιφορτισμένοι με αυτό το καθήκον. Ωστόσο, συνολικά, η «παρακαταθήκη» διατηρήθηκε πιστά και η μαρτυρία της πίστης αναπτύχθηκε με λεπτομερή ακρίβεια. Πάνω απ' όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος διασώθηκε ακέραιη και με τάξη. Εδώ πάλι, είναι πιθανόν ότι η δική μου πεποίθηση θα απορριφθεί ως εσφαλμένη. Για μένα, αυτό είναι κάτι που μπορεί να αποδειχτεί. Εάν αυτό είναι επιμονή, είναι επιμονή που στηρίζεται στην απόδειξη. Μπορώ να δώ μόνον αυτό που πραγματικά βλέπω. Αυτό δεν είναι δυνατόν να αλλάξει. Αλλά και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να «εκβάλλω» κάποιον από τους κόλπους της εκκλησίας. Η κρίση έχει δοθεί στον Υιό και κανείς δεν έχει την αρμοδιότητα να προεξοφλήσει την κρίση Του. Ωστόσο, η Εκκλησία έχει τη δική της ιστορική εξουσία. Είναι καταρχήν η εξουσία της διδαχής και της διατήρησης του λόγου της αλήθειας. Υπάρχει ένα συγκεκριμένο μέτρο πίστεως και εκκλησιαστικής τάξης που θα πρέπει να θεωρείται ως σωστό. Οτιδήποτε πέρα από αυτό είναι απλά προβληματικό. Αλλά το προβληματικό θα πρέπει να θεραπευθεί και όχι απλά να καταδικασθεί. Αυτός είναι ο ρόλος της συμμετοχής ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο, με την ελπίδα ότι μέσα από τη δική του μαρτυρία η Αλήθεια του Θεού μπορεί να κερδίσει το μυαλό και τις καρδιές των ανθρώπων.

(Ecumenism I, A Doctrinal Approach. Volume Thirteen in The collected works of
George's Florovsky, Bόchervertriebsanstalt, Postfach 461, FL - 9490 Vaduz. Europa.
Μετάφραση από τα αγγλικά, Α. Μπύρου)



ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ